Οι συβαστάδες όταν πήγαιναν στο σπίτι της νύφης δεν περίμεναν να τους προσφέρουν τσιγάρα, αλλά μόνοι τους έστριβαν σε χονδρό χαρτί ή σε καλαμποκόφυλλο τον χονδροκομμένο καπνό, κάνοντας έτσι τα τσιγάρα τους που δεν τ' άναβαν όμως. Τα κρατούσαν στο χέρι τους έως ότου παρουσιαστεί συγγενής της νύφης με δαυλό. Εκείνος προτείνει το δαυλό, αλλ' αυτοί αποφεύγουν ν' ανάψουν το τσιγάρο τους και λένε ειρωνικά ότι τα τσιγάρα δεν ανάβουν με δαυλό. Ο συγγενής τρέχει και φέρνει σπίρτα, τ' ανάβει και προσπαθεί ν' ανάψει τα τσιγάρα. Εκείνοι όμως κουνούν δώθε κείθε τα τσιγάρα ώστε να μην ανάψουν. Ο συγγενής τότε ρωτάει, μα γιατί δεν ανάβουν;
Κ' οι συγγενείς απαντούν κοροϊδευτικά ότι η φωτιά δεν είναι καλή. Τότε εκείνος φεύγει και πηγαίνει στο δωμάτιο της νύφης, που έρχεται κρατώντας ένα κουτί με σπίρτα. Οι συβαστάδες κάνοντας αστεία, προσπαθούν να μην ανάψουν τα τσιγάρα κι άλλοι λένε ότι τα σπίρτα είναι βρεμμένα και δεν ανάβουν. Έτσι πετυχαίνουν η νύφη να μείνει κοντά τους πιό πολύ ώστε πιό καλά να την ειδούν.
Πρίν αλλαχτούν τα δαχτυλίδια, ένας από τους πιό γέρους συγγενείς του γαμπρού, είτε της νύφης, λέει μεγαλόφωνα:
Ενώ αλλάζονται τα δαχτυλίδια, το δαχτυλίδι της νύφης παίρνει ο πεθερός και τ' ακουμπάει στα γένια του συρτά. Ταυτόχρονα λέει την ευχή, «Να μας ζήσουν, στεριωμένα». Έπειτα όλοι παίρνουν με τη σειρά και με την ηλικία τους το δαχτυλίδι και τ' ακουμπούν στα γένια τους, που σημαίνει στέριωμα των συβασμάτων.
Οι συγγενείς της νύφης σπεύδουν και στρώνουν την τάβλα, ενώ οι συβαστάδες ξεστρώνουν το τραπέζι λέγοντας: «Δεν είναι καλά στρωμένο, πρέπει νά 'ρθει η νύφη να το στρώσει». Έρχεται η νύφη και στρώνει το τραπέζι (τάβλα) ενώ οι συβαστάδες ευχαριστημένοι λένε ότι «τώρα στρώθηκε καλά».
Τα φαγητά, κρέατα ψητά, πίττες, γιαούρτια, τα φέρνουν οι συγγενείς της νύφης και όχι η ίδια. Αρχίζει το φαγητό και ο χορός ανδρών και γυναικών τραγουδά το τραγούδι της τάβλας:
Τέλος η νύφη προσφέρει δώρα στους συβαστάδες που είναι συγγενείς του γαμπρού. Τα περισσότερα δώρα, τρουβάδες, κάλτσες, μαντήλια κ.λ.π. τα δίνει σ' αυτούς και τα λιγώτερα στους άλλους. Έτσι τελειώνει η τελετή των συβασμάτων.
Την Πέμπτη αρχίζει ο γάμος. Το κάλεσμα γίνεται με κόφα γεμάτη κρασί στολισμένη με βασιλικό, μαντζουράνες και τριαντάφυλλα. Το βράδυ αναπιάνουν τα προζύμια με χορούς και τραγούδια.
Την Παρασκευή φτιάχνουν τις κουλούρες που χρησιμοποιούν ψαλίδια, πηρούνια, φλυτζάνια για να κάνουν τα στολίδια της κουλούρας. Το απόγευμα ανοίγουν την προίκα, η νύφη δέχεται τα δώρα και τραγουδούν:
Το Σάββατο το απόγευμα τα μπρατίμια (*) ανταλλάσουν τα δώρα (σινιά) του γαμπρού και της νύφης. Στό γλέντι του Σαββάτου στη νύφη τραγουδούν:
Την Κυριακή το πρωί παίρνουν την προίκα με μουλάρια στολισμένα με κουβέρτες και μαξιλάρια. Η προίκα παίρνεται από τα μπρατίμια αφού την εξαγοράσουν με χρήματα και συνοδεύεται με τους οργανοπαίχτες μέχρι το σπίτι του γαμπρού.
Όταν ξυρίζεται ο γαμπρός, όλοι ρίχνουν χρήματα στο δίσκο που υπάρχει στολισμένος με λουλούδια, ρύζι, βαμβάκι και τραγουδούν:
Μετά την προίκα τα μπρατίμια, ο γαμπρός, ο νουνός και οι οργανοπαίχτες πηγαίνουν να πάρουν τη νύφη τραγουδώντας:
Όταν ο γαμπρός φτάνει στη νύφη τραγουδούν:
Όταν ντύνουν τη νύφη λένε τα τραγούδια:
Τα μπρατίμια παίρνοντας τη νύφη, τους λέει: «Τα παπούτσια είναι στενά και δεν χωράνε». Τότε αυτοί ασημώνουν τα παπούτσια και τα φοράει.
Η νύφη πρίν ξεκινήσει παίρνει ένα ποτήρι κρασί, προσκυνάει τρείς φορές, πίνει τρείς φορές και μετά ρίχνει πίσω της το ποτήρι που πέφτοντας άλλοτε μεν σπάζει άλλοτε δε όχι. Αν το ποτήρι σπάσει, σημαίνει ότι οι νεόνυμφοι θα ζήσουν αρμονικά, αλλοιώς όχι. Στην τελευταία περίπτωση τρέχουν οι μπράτιμοι ή άλλος συγγενής και το σπάζουν. Μόλις πάρουν τη νύφη και ξεκινήσουν αρχίζουν τα τραγούδια:
Μετά τα στέφανα ακολουθεί ο χορός. Πρώτος χορεύει ο νουνός:
Η νύφη χορεύει μετά το νουνό:
Μετά το χορό, η νύφη παίρνει ένα μήλο από τη μάνα της που μέσα υπάρχουν χρήματα και το πετά πίσω της. Αν το μήλο το πιάσει άνδρας θα κάνει αγόρι, αν το πιάσει γυναίκα θα κάνει κορίτσι. Κατόπιν πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού τραγουδώντας:
Στο γλέντι της Κυριακής το βράδυ που συνεχίζεται μέχρι το πρωί λέγεται το τραγούδι του νουνού:
Την Δευτέρα το πρωί φεύγει ο νουνός και η νύφη ξεντυμένη πηγαίνει μαζί με τα μπρατίμια να πάρει νερό. Η νύφη ρίχνει χρήματα πρώτα στη βρύση τα οποία παίρνουν τα μπρατίμια και μετά παίρνει το νερό. Όταν γυρίσει πατάει σίδερο που είναι τοποθετημένο στην πόρτα για να γίνει δυνατή σαν το σίδερο και δίνει το κανάτι με το νερό να πιεί η πεθερά της κι έπειτα οι άλλοι του σπιτιού.
Μετά μπαίνει στο δωμάτιο, όπου οι μπράτιμοι την δοκιμάζουν αν είναι καλή νοικοκυρά. Την βάζουν και φτιάνει τρία φύλλα από προζύμι που ανοίγει (πλάθει) με πλάστρι αγκαθωτό από βατιά ή αγριοτριανταφυλλιά. Όταν αυτή πλάθει τα φύλλα, οι μπράτιμοι ρίχνουν επάνω στάχτη, κάρβουνα, χρήματα, αστειεύονται, γελούν, ενώ η νύφη πλάθει υπομονετικά.
Μόλις τελειώσει, οι μπράτιμοι παίρνουν τα φύλλα και τα τοποθετούν στα χατίλια του σπιτιού. Κι αυτό γίνεται για να θυμάται ότι η ζωή έχει δυσκολίες στις οποίες πρέπει να ανταποκριθεί αγωνιζόμενη. Μετά ανοίγεται η προίκα που βλέπουν όλοι όσοι βρίσκονται στο σπίτι. Το μεσημέρι της Δευτέρας τα μπρατίμια και ο γαμπρός πηγαίνουν και παίρνουν τους μπουχτσιάδες (γονείς της νύφης, αδέλφια και κοντινοί συγγενείς). Αυτοί έρχονται με τα λεγόμενα κανίσκια (πίττες, γλυκά, κρέατα, κρασί) τραγουδώντας το τραγούδι της νύφης:
Το γλέντι συνεχίζεται μέχρι το απόγευμα της Δευτέρας όπου μένουν μόνοι τους οι νεόνυμφοι να απολαύσουν τη ζωή και να ζήσουν κι' αυτοί με τη σειρά τους το πρόβλημα της ανθρώπινης παραγωγής.
Όταν μαζέψουν τις ρόκες αρχίζει το ξεφλούδισμα. Μαζεύονται 4-5 οικογένειες που άλλοι ξεφλουδάνε και άλλοι δένουν τις κριμάδες (αρμαθιές). Μετά το ξεφλούδισμα όταν οι ρόκες στεγνώσουν αρχίζει το στούμπισμα. Στο ξεφλούδισμα τρώγουν ρόκες, καρύδια, κάστανα, διηγούνται διάφορες ιστορίες, τραγουδούν και χορεύουν για να περάσει ευχάριστα το νυχτέρι.
Υπάρχει το έθιμο στο χωριό, στα Εισόδια της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου) να βράζουν σε τέντζερη διάφορα είδη δημητριακών καρπών, βάζοντας από ένα πλόχερο (χούφτα) από το κάθε είδος δηλ. σιτάρι, κριθάρι, βρίζα, φασόλια, κουκιά, ρεβίθια, φακές και τα τρώνε. Το έθιμο συμβολίζει ότι έτσι τα χωράφια θα κάνουν καλούς καρπούς και στο μέλλον με τη βοήθεια της Παναγίας. Η λέξη προέρχεται από την πολυσπορίτσα δηλ. πολλοί σπόροι που με τη μεταφορά αλλοιώθηκε και προφέρεται τώρα πουσπορίτσα.
Η πληρωμή του μισθού που λεγόταν ρόγα, του γελαδάρη, του τσοπάνη, του γιδάρη, γινόταν από τούς ιδιοχτήτες των ζώων κατ' αποκοπή, κάθε εξάμηνο από 26 Οκτωβρίου μέχρι 23 Απριλίου δηλ. από του Αγίου Δημητρίου έως του Αγίου Γεωργίου για το χειμώνα και τ' ανάπαλι για το καλοκαίρι.